H Αlibaba κάνει κλικ στα παραδοσιακά σούπερ μάρκετ

Θέσεις στο παραδοσιακό λιανεμπόριο συνεχίζουν να χτίζουν οι κολοσσοί του διεθνούς ηλεκτρονικού εμπορίου, εντείνοντας τον μεταξύ τους ανταγωνισμό, αλλά και βάζοντας στο στόχαστρο τα μερίδια αγοράς των φυσικών καταστημάτων, που εξακολουθούν να αποτελούν την πρώτη επιλογή των καταναλωτών.

Τελευταίο «κρούσμα» η απόφαση της Alibaba να ξοδέψει 2,87 δισ. δολάρια, προκειμένου να καταστεί δεύτερος μεγαλύτερος μέτοχος στον κινεζικό όμιλο Sun Art Retail Group, o oποίος λειτουργεί περισσότερα από 400 καταστήματα υπεραγορών (hypermarkets) στη χώρα υπό το σήμα της γαλλικής Auchan και της ταϊβανέζικης RT-Mart. Η συναλλαγή αποτελεί μέρος μιας τριμερούς συμφωνίας, στο πλαίσιο της οποίας η Auchan αυξάνει το δικό της ποσοστό στη Sun Art στο 36,18% και η Alibaba αποκτά το 36,16% από τη Ruentex, η οποία πλέον περιορίζεται στο 4,67%.

Αυτή δεν ήταν η πρώτη κίνηση του μεγαλύτερου διαδικτυακού εμπόρου στη «σκακιέρα» των παραδοσιακών σούπερ μάρκετ – και πιθανότατα δεν θα είναι ούτε η τελευταία. Όπως είχε γράψει σε πρόσφατο ρεπορτάζ η «Ύπαιθρος Χώρα», η Alibaba έχει ξοδέψει την τελευταία διετία περί τα 8 δισ. δολάρια για να δημιουργήσει το δικό της δίκτυο σούπερ μάρκετ στην Κίνα με το εμπορικό σήμα Hema Xiansheng. Επιπλέον, νωρίτερα φέτος υπέγραψε ακόμα μία συμφωνία, ύψους 2,6 δισ. δολαρίων για την ανέγερση ενός mall στην πόλη Hangzhou –όπου βρίσκονται και τα κεντρικά της–, τα επίσημα εγκαίνια του οποίου θα πραγματοποιηθούν τον Απρίλιο του 2018.

«Τα φυσικά καταστήματα διαδραματίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στο ‘‘ταξίδι’’ των καταναλωτών και πρέπει να ενισχυθούν με τεχνολογίες πληροφοριών και προσωποποιημένες υπηρεσίες», δήλωσε χαρακτηριστικά ο διευθύνων σύμβουλος της Alibaba, Daniel Zhang.

Με ένα σμπάρο…

Με την κίνησή της αυτή η εταιρεία ρίχνει ουσιαστικά το γάντι στην Wal-Mart, ισχυρότερο «παραδοσιακό» λιανέμπορο παγκοσμίως, που έχει ζωηρή παρουσία στην Κίνα και διεκδικεί το μεγαλύτερο κομμάτι από την πίτα των 500 δισ. δολαρίων στα οποία αποτιμάται η αγορά τροφίμων της χώρας. Παράλληλα, ενισχύει και τις άμυνές της απέναντι στις τάσεις κορεσμού που δείχνει το διαδικτυακό εμπόριο στην Κίνα, αφού το 85% των πωλήσεων –βάσει των πιο πρόσφατων μετρήσεων– εξακολουθεί να πραγματοποιείται μέσα από τα φυσικά καταστήματα.

Υπενθυμίζεται ότι το περασμένο καλοκαίρι ένας άλλος γίγαντας του ηλεκτρονικού εμπορίου, η Amazon, προχώρησε στην εξαγορά της αμερικανικής αλυσίδας βιολογικών προϊόντων Whole Foods έναντι 13,7 δισ. δολαρίων ευρώ, ενώ δημοσιεύματα του διεθνούς Τύπου τη θέλουν να ενδιαφέρεται για την απόκτηση μεριδίου σε μεγάλους ευρωπαϊκούς ομίλους σούπερ μάρκετ, όπως η γαλλική Carrefour.

 

Μπαίνοντας σε «ξένα χωράφια»

Δεν είναι λίγοι, πάντως, αυτοί που εκτιμούν ότι η στροφή των διαδικτυακών κολοσσών στα φυσικά καταστήματα κρύβει αρκετές παγίδες: «Μπαίνουν σε μια περιοχή που δεν αποτελεί το δυνατό τους σημείο», σχολίασε στο Reuters Weiwen Han, από την Bain & Company, προσθέτοντας ότι το άνοιγμα αυτό συνοδεύεται από υποχρεώσεις, όπως η επένδυση σε φυσικές υποδομές, τις οποίες μέχρι σήμερα είχαν αποφύγει. «Για παράδειγμα, θα πρέπει να εξασφαλίσουν εγκαταστάσεις, να πάρουν άδειες για την πώληση συγκεκριμένων προϊόντων, να πληρώσουν περισσότερους φόρους, καθώς και να αυξήσουν το εργατικό τους κόστος», συμπλήρωσε χαρακτηριστικά.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *